Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wohnort
01
τόπος κατοικίας, κατοικία
Ein Ort, an dem eine Person lebt oder gemeldet ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wohnort(e)s
πληθυντικός τύπος
Wohnorte
Παραδείγματα
Mein Wohnort ist Berlin.
Ο τόπος κατοικίας μου είναι το Βερολίνο.



























