der Wohnort
Pronunciation
/ˈvoːnˌʔɔʁt/

Ορισμός και σημασία του "wohnort"στα γερμανικά

Der Wohnort
[gender: masculine]
01

τόπος κατοικίας, κατοικία

Ein Ort, an dem eine Person lebt oder gemeldet ist
der Wohnort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wohnort(e)s
πληθυντικός τύπος
Wohnorte
Παραδείγματα
Sein Wohnort liegt in der Nähe der Universität.
Ο τόπος κατοικίας του βρίσκεται κοντά στο πανεπιστήμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store