Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wohlfahrt
01
ευημερία, κοινωνική πρόνοια
Der Zustand, in dem Menschen gut leben und ihre Bedürfnisse gedeckt sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wohlfahrt
Παραδείγματα
Die Regierung sorgt für die Wohlfahrt der Bevölkerung.
Η κυβέρνηση φροντίζει για την ευημερία του πληθυσμού.
Λεξικό Δέντρο
wohlfahrt
wohl
fahrt



























