die wohlfahrt
wohlfahrt
vo:lfaɐ̯t
volfat

Ορισμός και σημασία του "wohlfahrt"στα γερμανικά

01

ευημερία, κοινωνική πρόνοια

Der Zustand, in dem Menschen gut leben und ihre Bedürfnisse gedeckt sind 
die Wohlfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wohlfahrt
Παραδείγματα
Die Regierung sorgt für die Wohlfahrt der Bevölkerung. 

Η κυβέρνηση φροντίζει για την ευημερία του πληθυσμού.

Λεξικό Δέντρο

wohlfahrt

wohl

+

fahrt

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store