die Wohlfahrt
Pronunciation
/ˈvoːlˌfaːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "wohlfahrt"στα γερμανικά

Die Wohlfahrt
[gender: feminine]
01

ευημερία, κοινωνική πρόνοια

Der Zustand, in dem Menschen gut leben und ihre Bedürfnisse gedeckt sind
die Wohlfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wohlfahrt
Παραδείγματα
Wirtschaftswachstum trägt zur Wohlfahrt bei.
Η οικονομική ανάπτυξη συμβάλλει στην ευημερία.

Λεξικό Δέντρο

wohlfahrt

wohl

+

fahrt

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store