Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wohlfahrt
[gender: feminine]
01
ευημερία, κοινωνική πρόνοια
Der Zustand, in dem Menschen gut leben und ihre Bedürfnisse gedeckt sind
Παραδείγματα
Wirtschaftswachstum trägt zur Wohlfahrt bei.
Η οικονομική ανάπτυξη συμβάλλει στην ευημερία.


























