Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wackeln
[past form: wackelte]
01
κουνιέμαι, ταλαντεύομαι
Sich leicht hin und her bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wackele
γ΄ ενικό πρόσωπο
wackelt
ενεστώτα μετοχή
wackelnd
απλός αόριστος
wackelte
παθητική μετοχή
gewackelt
Παραδείγματα
Die Zähne des Kindes begannen zu wackeln.
Τα δόντια του παιδιού άρχισαν να κουνιούνται.
02
είναι χαλαρός, κουνιέται
Nicht fest sitzen
Παραδείγματα
Die Türklinke wackelt, aber sie fällt nicht ab.
Το χερούλι της πόρτας κουνιέται, αλλά δεν πέφτει.



























