Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wackeln
01
κουνιέμαι, ταλαντεύομαι
Sich leicht hin und her bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wackele
γ΄ ενικό πρόσωπο
wackelt
ενεστώτα μετοχή
wackelnd
απλός αόριστος
wackelte
παθητική μετοχή
gewackelt
Παραδείγματα
Der Tisch wackelt, weil ein Bein zu kurz ist.
Το τραπέζι κουνιέται γιατί ένα πόδι είναι πολύ κοντό.
02
είναι χαλαρός, κουνιέται
Nicht fest sitzen
Παραδείγματα
Die Schraube wackelt – hol mal den Schraubenzieher!
Η βίδα κουνιέται – πήγαινε να φέρεις το κατσαβίδι!



























