Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wachsen
[past form: wuchs]
01
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
Größer oder länger werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst
ενεστώτα μετοχή
wachsend
απλός αόριστος
wuchs
παθητική μετοχή
gewachsen
Παραδείγματα
Ich lasse meine Haare jetzt länger wachsen.
Τώρα αφήνω τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν πιο μακριά.



























