wachsen
Pronunciation
/ˈvaksən/

Ορισμός και σημασία του "wachsen"στα γερμανικά

wachsen
[past form: wuchs]
01

μεγαλώνω, αναπτύσσομαι

Größer oder länger werden
wachsen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst
ενεστώτα μετοχή
wachsend
απλός αόριστος
wuchs
παθητική μετοχή
gewachsen
Παραδείγματα
Ich lasse meine Haare jetzt länger wachsen.
Τώρα αφήνω τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν πιο μακριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store