Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wachsen
01
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
Größer oder länger werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst
ενεστώτα μετοχή
wachsend
απλός αόριστος
wuchs
παθητική μετοχή
gewachsen
Παραδείγματα
Unser Kind ist dieses Jahr 8 cm gewachsen.
Το παιδί μας μεγάλωσε 8 εκατοστά φέτος.



























