wachsen
wachsen
vaksn
vaksn
wachen

Ορισμός και σημασία του "wachsen"στα γερμανικά

wachsen
01

μεγαλώνω, αναπτύσσομαι

Größer oder länger werden 
wachsen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst
ενεστώτα μετοχή
wachsend
απλός αόριστος
wuchs
παθητική μετοχή
gewachsen
Παραδείγματα
Unser Kind ist dieses Jahr 8 cm gewachsen. 

Το παιδί μας μεγάλωσε 8 εκατοστά φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store