Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fahren
01
οδηγώ
Ein Fahrzeug steuern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
fährt
ενεστώτα μετοχή
fahrend
απλός αόριστος
fuhr
παθητική μετοχή
gefahren
Παραδείγματα
Er kann ein Auto fahren.
Μπορεί να οδηγήσει ένα αυτοκίνητο.
02
οδηγώ, οδηγάω
Sich mit einem Fahrzeug bewegen
Παραδείγματα
Sie fährt gern in der Stadt.
Της αρέσει να οδηγεί στην πόλη.
03
πηγαίνω, οδηγώ
Sich als Fahrzeug fortbewegen
Παραδείγματα
Der Zug fährt nach Berlin.
Το τρένο ταξιδεύει προς το Βερολίνο.
04
ταξιδεύω, μετακινούμαι
Mit einem Fahrzeug zu einem Ort reisen
Παραδείγματα
Wir fahren morgen mit dem Auto ans Meer.
Εμείς οδηγούμε αύριο στη θάλασσα με το αυτοκίνητο.
05
διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω
Mit einer Situation umgehen oder etwas akzeptieren
Παραδείγματα
Er fährt gut mit Stress bei der Arbeit.
Αυτός διαχειρίζεται καλά το άγχος στη δουλειά.
06
μεταφέρω, οδηγώ
Jemanden mit einem Fahrzeug irgendwohin bringen
Παραδείγματα
Kannst du mich bitte zum Bahnhof fahren?
Μπορείς να με πάς στο σταθμό, παρακαλώ;
07
χαϊδεύω, περνώ απαλά
Mit der Hand sanft über etwas oder jemanden streichen
Παραδείγματα
Er fährt mit den Fingern über das Buchcover.
Αυτός περνάει τα δάχτυλά του στο εξώφυλλο του βιβλίου.



























