die fahne
fah
ˈfa:
fa
ne

Ορισμός και σημασία του "fahne"στα γερμανικά

01

σημαία, λάβαρο

Ein Stoffstück mit Farben oder Zeichen, das ein Land oder eine Gruppe repräsentiert 
die Fahne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fahnen
γενική πτώση
Fahne
Παραδείγματα
Die Fahne weht im Wind. 

Η σημαία κυματίζει στον άνεμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store