fahrerlaubnis
fahrerlaubnis
fa:ɐ̯ʔɛɐ̯laʊpnɪs
faelawpnis

Ορισμός και σημασία του "fahrerlaubnis"στα γερμανικά

01

άδεια οδήγησης, άδεια κυκλοφορίας

Ein offizielles Dokument, das erlaubt, ein Fahrzeug zu fahren 
Fahrerlaubnis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fahrerlaubnisse
γενική πτώση
Fahrerlaubnis
Παραδείγματα
Er hat seine Fahrerlaubnis letzte Woche bekommen. 

Πήρε το διπλώμα οδήγησής του την περασμένη εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store