Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fachwissenschaftler
[gender: masculine]
01
ειδικός επιστήμονας, ειδικός σε συγκεκριμένο πεδίο
Ein Experte in einem bestimmten Fachgebiet
Παραδείγματα
Ein Fachwissenschaftler hilft bei schwierigen Fragen.
Ένας ειδικός επιστήμονας βοηθά σε δύσκολες ερωτήσεις.


























