Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fachrichtung
[gender: feminine]
01
εξειδίκευση, κατεύθυνση ειδίκευσης
Ein spezifisches Teilgebiet innerhalb eines akademischen Faches oder Berufsfelds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fachrichtung
πληθυντικός τύπος
Fachrichtungen
Παραδείγματα
Ihre Fachrichtung ist Quantenphysik in der Materialforschung.
Η ειδικότητά της είναι η κβαντική φυσική στην έρευνα υλικών.



























