Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufgreifen
01
συλλαμβάνω, κρατώ
Jemanden offiziell festnehmen oder in Gewahrsam nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
greifen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift auf
ενεστώτα μετοχή
aufgreifend
απλός αόριστος
griff auf
παθητική μετοχή
aufgegriffen
Παραδείγματα
Die Polizei griff den flüchtigen Dieb am Bahnhof auf.
Η αστυνομία συνέλαβε τον δραπέτη κλέφτη στο σταθμό του τρένου.
02
υιοθετώ, αναπτύσσω
Ein Thema, eine Anregung oder Idee aufnehmen und weiterentwickeln
Παραδείγματα
Das Unternehmen griff die Mitarbeiteridee auf und setzte sie um.
Η εταιρεία ανέλαβε την ιδέα του υπαλλήλου και την εφάρμοσε.



























