Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufgreifen
01
συλλαμβάνω, κρατώ
Jemanden offiziell festnehmen oder in Gewahrsam nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
greifen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift auf
ενεστώτα μετοχή
aufgreifend
απλός αόριστος
griff auf
παθητική μετοχή
aufgegriffen
Παραδείγματα
Der Verdächtige wurde beim Grenzübertritt aufgegriffen.
Ο ύποπτος συνελήφθη κατά τη διάβαση των συνόρων.
02
υιοθετώ, αναπτύσσω
Ein Thema, eine Anregung oder Idee aufnehmen und weiterentwickeln
Παραδείγματα
Die Schule griff die Montessori-Pädagogik für ihre Klassen auf.
Το σχολείο υιοθέτησε την παιδαγωγική Montessori για τις τάξεις του.



























