Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ansetzen
01
εκτιμώ, υπολογίζω
Eine Menge, Zeit oder Position vorläufig festlegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze an
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt an
ενεστώτα μετοχή
ansetzend
απλός αόριστος
setzte an
παθητική μετοχή
angesetzt
Παραδείγματα
Die Hochzeit ist für Juni angesetzt.
Ο γάμος προγραμματίστηκε για τον Ιούνιο.
02
ξεκινώ
Mit einer Handlung oder Bewegung beginnen
Παραδείγματα
Die Polizei setzte zur Verfolgung des Diebes an.
Η αστυνομία άρχισε να καταδιώκει τον κλέφτη.
03
βλαστάνω, αρχίζω να βλαστάνω
Pflanzen beginnen, Knospen oder Früchte zu bilden
Παραδείγματα
Die Apfelbäume setzen im Mai Blüten an.
Οι μηλιές αρχίζουν να ανθίζουν τον Μάιο.
04
συνδέω, προσαρτώ
Etwas an einer bestimmten Stelle befestigen oder hinzufügen
Παραδείγματα
Sie setzten einen neuen Anbau ans Haus an.
Προσέθεσαν μια νέα προσθήκη στο σπίτι.



























