vageverfassung
από 5
vageverfassung
vage[adj]
vakuum[n]

κενό,άδειος χώρος

vakuumtechnik[n]
vakzination[n]
valentinstag[n]

Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου,Αγιος Βαλεντίνος

valid[adj]
vampir[n]

βαμπίρ,αιμορροφόρο

vanille[n]
variante[n]
variieren[v]

ποικίλλω,διαφέρω

vase[n]

βάζο,ανθοδοχείο

vater[n]

πατέρας,μπαμπάς

veganer[n]

βίγκαν,χορτοφάγος

vegetarier[n]

χορτοφάγος

vegetarisch[adj]

χορτοφαγικός

vegetation[n]

βλάστηση,χλωρίδα

veilchen[n]

βιολέτα,πανσές

velo[n]

ποδήλατο,δίτροχο

vene[n]

φλέβα,αγγείο αίματος

ventilator[n]

ανεμιστήρας,φυσητήρας

venus[n]

Αφροδίτη,Αφροδίτη

verabreden[v]

κανονίζω συνάντηση,συνεννοούμαι για συνάντηση

verabredung[n]

ραντεβού,συνάντηση

verabreichen[v]

χορηγώ,δίνω

verabschieden[v]

αποχαιρετώ,λέω αντίο

verallgemeinerung[n]

γενίκευση,αφαίρεση

veranda[n]

βεράντα,αίθριο

veränderlich[adj]

μεταβλητός,ασταθής

verändern[v]

αλλάζω,τροποποιώ

veränderung[n]

αλλαγή,μετασχηματισμός

veranlassen[v]
veranschaulichen[v]

απεικονίζω,καθιστώ κατανοητό

veranstalter[n]
veranstaltung[n]

εκδήλωση,γεγονός

verantwortlich[adj]

υπεύθυνος

verantwortung[n]

ευθύνη,υποχρέωση

verantwortung übernehmen[phrase]
verantwortungsvoll[adj]

υπεύθυνος,συνειδητός

verarbeiten[v]
verarbeitet[adj]
verarbeitung[n]
verärgert[adj]

ενοχλημένος,θυμωμένος

verbal[adj]
verband[n]

επίδεσμος,βιντεοταινία

verbergen[v]

κρύβομαι,αποκρύπτομαι

verbessern[v]

διορθώνω,βελτιώνω

verbesserung[n]
verbieten[v]

απαγορεύω,απαγορέυω

verbinden[v]

επιδένω,δένομαι

verbindlich[adj]

υποχρεωτικός,δεσμευτικός

verbindlichkeit[n]
verbindung[n]

σύνδεση,σύνδεσμος

verbleiben[v]

παραμένω,μένω

verblüffen[v]

εκπλήσσω,καταπλήσσω

verbot[n]

απαγόρευση,απαγορευτικός νόμος

verboten[adj]

απαγορευμένος,απαγορευμένος

verbrauch[n]
verbrauchen[v]

καταναλώνω,χρησιμοποιώ

verbraucher[n]
verbraucherschutz[n]
verbraucht[adj]
verbrechen[n]

έγκλημα,σοβαρό έγκλημα

verbrecher[n]

εγκληματίας,κακοποιός

verbreitet[adj]
verbreitung[n]

διάδοση,εξάπλωση

verbrennen[v]

καίω,καίγομαι

verbrennung[n]
verbringen[v]

περνώ,ξοδεύω

verbündete[n]

σύμμαχος,συνεργάτης

verdacht[n]

ύποπτος,υποψία

verdächtig[adj]

ύποπτος,ύποπτη

verdauen[v]
verdauung[n]
verderben[v]

βλάπτω τον εαυτό μου,καταστρέφω τον εαυτό μου

verderblich[adj]

εύφθαρτος,φθαρτός

verdeutlichen[v]

διευκρινίζω,εξηγώ

verdichtung[n]
verdienen[v]

κερδίζω,αξίζω

verdienst[n]

εισόδημα,κέρδος

verdrängen[v]
verdrängung[n]
verdreifachen[v]

τριπλασιάζω,πολλαπλασιάζω επί τρία

verehren[v]

λατρεύω,τιμώ

verein[n]

σύλλογος,ένωση

vereinbaren[v]

συμφωνώ,κανονίζω

vereinbarkeit[n]
vereinen[v]

ενώνω,συνενώνω

vereinfachen[v]

απλοποιώ

vereinheitlichen[v]
vereinsamung[n]

απομόνωση,μοναξιά

vereint[adj]

ενωμένος,ενοποιημένος

vererben[v]

κληροδοτώ,αφήνω κληρονομιά

verewigen[v]
verfahren[n][v]

διαδικασία,διεργασία • προχωρώ,ενεργώ

verfallen[v]
verfallsdatum[n]

ημερομηνία λήξης,προθεσμία ισχύος

verfassen[v]
verfasser[n]

συγγραφέας,συντάκτης

verfasstheit[n]
verfassung[n]

σύνταγμα,θεμελιώδης νόμος

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή