Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verallgemeinerung
[gender: feminine]
01
γενίκευση, αφαίρεση
Eine Aussage, die von Einzelfällen auf alle Fälle schließt
Παραδείγματα
Man sollte vorsichtig mit Verallgemeinerungen sein.
Κάποιος πρέπει να είναι προσεκτικός με τις γενικεύσεις.


























