Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verallgemeinerung
[gender: feminine]
01
γενίκευση, αφαίρεση
Eine Aussage, die von Einzelfällen auf alle Fälle schließt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Verallgemeinerung
πληθυντικός τύπος
Verallgemeinerungen
Παραδείγματα
Man sollte vorsichtig mit Verallgemeinerungen sein.
Κάποιος πρέπει να είναι προσεκτικός με τις γενικεύσεις.



























