verdreifachen
verdreifachen
fɛɐ̯dʁaɪ̯faxn
fedraifakhn

Ορισμός και σημασία του "verdreifachen"στα γερμανικά

verdreifachen
01

τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία

Etwas auf das Dreifache erhöhen oder selbst dreimal so groß oder hoch werden 
verdreifachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdreifache
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdreifacht
ενεστώτα μετοχή
verdreifachend
απλός αόριστος
verdreifachte
παθητική μετοχή
verdreifacht
Παραδείγματα
Die Firma will ihren Umsatz in fünf Jahren verdreifachen. 

Η εταιρεία θέλει να τριπλασιάσει τα έσοδά της σε πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store