Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verdreifachen
01
τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία
Etwas auf das Dreifache erhöhen oder selbst dreimal so groß oder hoch werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdreifache
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdreifacht
ενεστώτα μετοχή
verdreifachend
απλός αόριστος
verdreifachte
παθητική μετοχή
verdreifacht
Παραδείγματα
Durch die Investition konnte er sein Vermögen verdreifachen.
Μέσω της επένδυσης, κατάφερε να τριπλασιάσει την περιουσία του.



























