verdreifachen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈdʀaɪ̯ˌfaχn̩/

Ορισμός και σημασία του "verdreifachen"στα γερμανικά

verdreifachen
[past form: verdreifachte]
01

τριπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τρία

Etwas auf das Dreifache erhöhen oder selbst dreimal so groß oder hoch werden
verdreifachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdreifache
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdreifacht
ενεστώτα μετοχή
verdreifachend
απλός αόριστος
verdreifachte
παθητική μετοχή
verdreifacht
Παραδείγματα
Durch die Investition konnte er sein Vermögen verdreifachen.
Μέσω της επένδυσης, κατάφερε να τριπλασιάσει την περιουσία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store