Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verband
[gender: masculine]
01
επίδεσμος, βιντεοταινία
Ein Material zur Abdeckung und Schutz von Wunden
Παραδείγματα
Der Verband war blutdurchtränkt und musste erneuert werden.
Ο επίδεσμος ήταν διαβρεγμένος με αίμα και έπρεπε να αντικατασταθεί.
02
σύλλογος, ομοσπονδία
Eine offizielle Vereinigung von Personen oder Gruppen mit gemeinsamen Interessen
Παραδείγματα
Der Verband der Automobilindustrie veröffentlichte neue Richtlinien.
Ο σύλλογος της αυτοκινητοβιομηχανίας δημοσίευσε νέες κατευθυντήριες γραμμές.


























