Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vase
[gender: feminine]
01
βάζο, ανθοδοχείο
Ein Behälter, meist aus Glas oder Keramik, für Blumen
Παραδείγματα
Die Vase zerbrach beim Umfallen.
Το βάζο έσπασε όταν έπεσε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βάζο, ανθοδοχείο