Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vase
01
βάζο, ανθοδοχείο
Ein Behälter, meist aus Glas oder Keramik, für Blumen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Vasen
γενική πτώση
Vase
Παραδείγματα
Die Vase steht auf dem Tisch.
Το βάζο είναι στο τραπέζι.
LanGeek



























