die vase
va
ˈva:
va
se

Ορισμός και σημασία του "vase"στα γερμανικά

01

βάζο, ανθοδοχείο

Ein Behälter, meist aus Glas oder Keramik, für Blumen 
die Vase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Vasen
γενική πτώση
Vase
Παραδείγματα
Die Vase steht auf dem Tisch. 

Το βάζο είναι στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store