Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
veränderlich
01
μεταβλητός, ασταθής
Nicht immer gleich, ändert sich oft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am veränderlichsten
συγκριτικός βαθμός
veränderlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Wetter ist heute sehr veränderlich.
Ο καιρός σήμερα είναι πολύ μεταβλητός.



























