verzichten
verzichten
fɛɐ̯tsɪçtn
fetsichtn
verpachtenvernichtenverachtenverdichten

Ορισμός και σημασία του "verzichten"στα γερμανικά

verzichten
01

παραιτούμαι, απαρνούμαι

Freiwillig auf etwas verzichten 
verzichten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zichten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verzichte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzichtet
ενεστώτα μετοχή
verzichtend
απλός αόριστος
verzichtete
παθητική μετοχή
verzichtet
Παραδείγματα
Ich verzichte heute auf Kaffee. 

Σήμερα αποποιούμαι τον καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store