verzichten
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʦɪçtn̩/

Ορισμός και σημασία του "verzichten"στα γερμανικά

verzichten
01

παραιτούμαι, απαρνούμαι

Freiwillig auf etwas verzichten
verzichten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zichten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verzichte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzichtet
ενεστώτα μετοχή
verzichtend
απλός αόριστος
verzichtete
παθητική μετοχή
verzichtet
Παραδείγματα
Sie verzichtet oft auf Fleisch.
Συχνά παραιτείται από το κρέας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store