Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verzeihen
01
συγχωρώ, συγχωρώ
Jemandem einen Fehler oder ein Fehlverhalten nicht mehr übelnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zeihen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verzeihe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzeiht
ενεστώτα μετοχή
verzeihend
απλός αόριστος
verzieh
παθητική μετοχή
verziehen
Παραδείγματα
Wir sollten unseren Freunden verzeihen.
Πρέπει να συγχωρούμε τους φίλους μας.



























