Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verzweifeln
01
απελπίζομαι, χάνω την ελπίδα
Die Hoffnung verlieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
zweifeln
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verzweifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
verzweifelt
ενεστώτα μετοχή
verzweifelnd
απλός αόριστος
verzweifelte
παθητική μετοχή
verzweifelt
Παραδείγματα
Viele Eltern verzweifeln an ihren Teenagern.
Πολλοί γονείς απελπίζονται από τα έφηβα παιδιά τους.



























