Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verwirrung
01
σύγχυση, αμηχανία
Ein Zustand, in dem man etwas nicht versteht oder durcheinander ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Verwirrung
πληθυντικός τύπος
Verwirrungen
Παραδείγματα
Die Nachricht führte zu großer Verwirrung.
Το μήνυμα προκάλεσε μεγάλη σύγχυση.



























