Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vereint
01
ενωμένος, ενοποιημένος
Zusammengehörig oder harmonisch zusammenwirkend
Παραδείγματα
Die Familie blieb auch in Krisen vereint.
Η οικογένεια παρέμεινε ενωμένη ακόμα και στις κρίσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενωμένος, ενοποιημένος