vereint
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʔaɪ̯nt/

Ορισμός και σημασία του "vereint"στα γερμανικά

01

ενωμένος, ενοποιημένος

Zusammengehörig oder harmonisch zusammenwirkend
vereint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vereintesten
συγκριτικός βαθμός
vereinter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Familie blieb auch in Krisen vereint.
Η οικογένεια παρέμεινε ενωμένη ακόμα και στις κρίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store