vereint
ve
φε
reint
ˈɐ̯aɪ̯nt
αιντ

Ορισμός και σημασία του "vereint"στα γερμανικά

01

ενωμένος, ενοποιημένος

Zusammengehörig oder harmonisch zusammenwirkend 
vereint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vereintesten
συγκριτικός βαθμός
vereinter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Politik, Gesellschaft, Zusammenarbeit
Παραδείγματα
Ein vereintes Europa war sein politisches Ziel. 

Ενωμένη, η Ευρώπη ήταν ο πολιτικός του στόχος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store