Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vereinfachen
01
απλοποιώ
Etwas weniger komplex oder kompliziert machen, um es verständlicher oder leichter handhabbar zu gestalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vereinfache
γ΄ ενικό πρόσωπο
vereinfacht
ενεστώτα μετοχή
vereinfachend
απλός αόριστος
vereinfachte
παθητική μετοχή
vereinfacht
Παραδείγματα
Die App vereinfacht die Steuererklärung.
Η εφαρμογή απλοποιεί την υποβολή φορολογικής δήλωσης.



























