Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vereinfachen
[past form: vereinfachte]
01
απλοποιώ
Etwas weniger komplex oder kompliziert machen, um es verständlicher oder leichter handhabbar zu gestalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vereinfache
γ΄ ενικό πρόσωπο
vereinfacht
ενεστώτα μετοχή
vereinfachend
απλός αόριστος
vereinfachte
παθητική μετοχή
vereinfacht
Παραδείγματα
Durch Automatisierung wird der Prozess stark vereinfacht.
Χάρη στον αυτοματισμό, η διαδικασία απλοποιείται σημαντικά.



























