Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éviter
01
αποφεύγω
faire en sorte de ne pas avoir un contact avec quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éviterai
ενεστώτα μετοχή
évitant
παθητική μετοχή
évité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évitions
Παραδείγματα
Il essaie d' éviter les gens malhonnêtes.
Προσπαθεί να αποφεύγει τους ανέντιμους ανθρώπους.
02
αποφεύγω, απέχω
ne pas faire quelque chose volontairement pour une raison précise
Παραδείγματα
Il faut éviter de juger sans comprendre.
Πρέπει να αποφεύγουμε να κρίνουμε χωρίς να καταλαβαίνουμε.
03
αποφεύγω, σώζω
faire en sorte que quelqu'un n'ait pas à subir quelque chose de désagréable
Παραδείγματα
J' ai pris un taxi pour m' éviter la fatigue du trajet.
Πήρα ταξί για να αποφύγω την κούραση του ταξιδιού.



























