Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
être
01
είμαι
exister, avoir une identité ou une qualité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sommes
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
serai
ενεστώτα μετοχή
étant
παθητική μετοχή
été
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étions
Παραδείγματα
Je suis étudiant à l'université.
Είμαι φοιτητής στο πανεπιστήμιο.
02
είμαι
verbe auxiliaire utilisé pour former les temps composés des verbes pronominaux et des verbes intransitifs de mouvement
Παραδείγματα
Il est allé au marché.
Αυτός πήγε στην αγορά.
L'être
01
ον, άτομο
un individu vivant, une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
êtres
Παραδείγματα
L'être humain est capable de raisonner.
Το ον του ανθρώπου είναι ικανό να λογικεύεται.
02
ον, ύπαρξη
ce qui existe, une entité ou un être vivant
Παραδείγματα
L'être humain est un être conscient.
Το ανθρώπινο ον είναι ένα συνειδητό ον.
03
ον, ύπαρξη
ce qui existe , la réalité ou la présence d'une chose
Παραδείγματα
L'être de cette idée est difficile à définir.
Η ύπαρξη αυτής της ιδέας είναι δύσκολο να οριστεί.



























