évoquer
Pronunciation
/evɔke/

Ορισμός και σημασία του "évoquer"στα γαλλικά

évoquer
01

ανακαλώ, υπενθυμίζω

rappeler un souvenir, faire venir à l'esprit
évoquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évoquerai
ενεστώτα μετοχή
évoquant
παθητική μετοχή
évoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évoquions
Παραδείγματα
Ce lieu évoque mes vacances d' adolescent.
Αυτός ο τόπος ανακαλεί τις διακοπές μου ως έφηβος.
02

αναφέρω, αναφέρομαι

parler de quelque chose, mentionner
évoquer definition and meaning
Παραδείγματα
Nous avons évoqué la question hier soir.
Αναφέραμε το ζήτημα χθες το βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store