Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éviter
01
αποφεύγω
faire en sorte de ne pas avoir un contact avec quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éviterai
ενεστώτα μετοχή
évitant
παθητική μετοχή
évité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évitions
Παραδείγματα
Il essaie d'éviter les aliments trop gras.
Προσπαθεί να αποφεύγει τα πολύ λιπαρά τρόφιμα.
02
αποφεύγω, απέχω
ne pas faire quelque chose volontairement pour une raison précise
Παραδείγματα
Il a réussi à éviter de répondre à la question.
Κατάφερε να αποφύγει να απαντήσει στην ερώτηση.
03
αποφεύγω, σώζω
faire en sorte que quelqu'un n'ait pas à subir quelque chose de désagréable
Παραδείγματα
Ce raccourci nous a évité une longue marche.
Αυτή η συντόμευση μας απέφυγε έναν μακρύ περίπατο.



























