Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évoquer
01
ανακαλώ, υπενθυμίζω
rappeler un souvenir, faire venir à l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évoquerai
ενεστώτα μετοχή
évoquant
παθητική μετοχή
évoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évoquions
Παραδείγματα
Cette photo évoque mon enfance.
Αυτή η φωτογραφία ανακαλεί την παιδική μου ηλικία.
02
αναφέρω, αναφέρομαι
parler de quelque chose, mentionner
Παραδείγματα
Le professeur a évoqué un problème important.
Ο δάσκαλος ανέφερε ένα σημαντικό πρόβλημα.



























