évoquer
évoquer
evɔke
evawke
évoluer

Ορισμός και σημασία του "évoquer"στα γαλλικά

évoquer
01

ανακαλώ, υπενθυμίζω

rappeler un souvenir, faire venir à l'esprit 
évoquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
évoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évoquerai
ενεστώτα μετοχή
évoquant
παθητική μετοχή
évoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évoquions
Παραδείγματα
Cette photo évoque mon enfance. 

Αυτή η φωτογραφία ανακαλεί την παιδική μου ηλικία.

02

αναφέρω, αναφέρομαι

parler de quelque chose, mentionner 
évoquer definition and meaning
Παραδείγματα
Le professeur a évoqué un problème important. 

Ο δάσκαλος ανέφερε ένα σημαντικό πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store