être
être
ɛtʁ
etr
mètremaîtrelettremettre

Ορισμός και σημασία του "être"στα γαλλικά

01

είμαι

exister, avoir une identité ou une qualité 
être definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sommes
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
serai
ενεστώτα μετοχή
étant
παθητική μετοχή
été
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étions
Παραδείγματα
Je suis étudiant à l'université. 

Είμαι φοιτητής στο πανεπιστήμιο.

02

είμαι

verbe auxiliaire utilisé pour former les temps composés des verbes pronominaux et des verbes intransitifs de mouvement 
Παραδείγματα
Il est allé au marché. 

Αυτός πήγε στην αγορά.

01

ον, άτομο

un individu vivant, une personne 
l'être definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
êtres
Παραδείγματα
L'être humain est capable de raisonner. 

Το ον του ανθρώπου είναι ικανό να λογικεύεται.

02

ον, ύπαρξη

ce qui existe, une entité ou un être vivant 
Παραδείγματα
L'être humain est un être conscient. 

Το ανθρώπινο ον είναι ένα συνειδητό ον.

03

ον, ύπαρξη

ce qui existe , la réalité ou la présence d'une chose 
Παραδείγματα
L'être de cette idée est difficile à définir. 

Η ύπαρξη αυτής της ιδέας είναι δύσκολο να οριστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store