énerver
énerver
eneʁve
enerve
énervé

Ορισμός και σημασία του "énerver"στα γαλλικά

énerver
01

ενοχλώ, εκνευρίζω

faire perdre patience ou rendre quelqu'un irrité 
énerver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
énerve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
énervons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
énerverai
ενεστώτα μετοχή
énervant
παθητική μετοχή
énervé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
énervions
Παραδείγματα
Ce bruit constant m'énerve. 

Αυτός ο συνεχής θόρυβος με ενοχλεί.

02

ενοχλούμαι, χάνω την υπομονή μου

devenir irrité, perdre patience ou calme 
énerver definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'énerve pour un rien. 

Εξοργίζεται για το τίποτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store