Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
énerver
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
faire perdre patience ou rendre quelqu'un irrité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
énerve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
énervons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
énerverai
ενεστώτα μετοχή
énervant
παθητική μετοχή
énervé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
énervions
Παραδείγματα
Il est facile à énerver quand il est fatigué.
Είναι εύκολο να τον ενοχλήσεις όταν είναι κουρασμένος.
02
ενοχλούμαι, χάνω την υπομονή μου
devenir irrité, perdre patience ou calme
Παραδείγματα
Je m' énerve quand les gens ne respectent pas les règles.
Εξοργίζομαι όταν οι άνθρωποι δεν σέβονται τους κανόνες.



























