Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éclore
01
εκκολάπτομαι, βγαίνω από το αυγό
sortir de l'œuf, naître (pour un oiseau, un insecte, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclos
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclorai
παθητική μετοχή
éclos
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclosions
Παραδείγματα
Le lézard éclot sous la chaleur du soleil.
Η σαύρα εκκολάπτεται κάτω από τη ζέστη του ήλιου.
02
ανθίζω, ανοίγω
se développer, s'ouvrir progressivement (fleur, bourgeon, talent, idée)
Παραδείγματα
La fleur exotique éclot lentement sous la serre.
Το εξωτικό λουλούδι ανθίζει αργά κάτω από το θερμοκήπιο.



























