éclore
Pronunciation
/eklˈɔʁ/

Ορισμός και σημασία του "éclore"στα γαλλικά

éclore
01

εκκολάπτομαι, βγαίνω από το αυγό

sortir de l'œuf, naître (pour un oiseau, un insecte, etc.)
éclore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclos
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclorai
παθητική μετοχή
éclos
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclosions
Παραδείγματα
Le lézard éclot sous la chaleur du soleil.
Η σαύρα εκκολάπτεται κάτω από τη ζέστη του ήλιου.
02

ανθίζω, ανοίγω

se développer, s'ouvrir progressivement (fleur, bourgeon, talent, idée)
éclore definition and meaning
Παραδείγματα
La fleur exotique éclot lentement sous la serre.
Το εξωτικό λουλούδι ανθίζει αργά κάτω από το θερμοκήπιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store