Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éclore
01
εκκολάπτομαι, βγαίνω από το αυγό
sortir de l'œuf, naître (pour un oiseau, un insecte, etc. )
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclos
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclorai
παθητική μετοχή
éclos
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclosions
Παραδείγματα
Le poussin éclot ce matin.
Το κοτοπουλάκι εκκολάπτεται σήμερα το πρωί.
02
ανθίζω, ανοίγω
se développer, s'ouvrir progressivement (fleur, bourgeon, talent, idée)
Παραδείγματα
La rose éclot au printemps.
Το τριαντάφυλλο ανθίζει την άνοιξη.



























