éclore
éclore
eklɔɔʁ
eklawawr
victorcastorbâbordressort

Ορισμός και σημασία του "éclore"στα γαλλικά

éclore
01

εκκολάπτομαι, βγαίνω από το αυγό

sortir de l'œuf, naître (pour un oiseau, un insecte, etc. ) 
éclore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclos
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclorai
παθητική μετοχή
éclos
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclosions
Παραδείγματα
Le poussin éclot ce matin. 

Το κοτοπουλάκι εκκολάπτεται σήμερα το πρωί.

02

ανθίζω, ανοίγω

se développer, s'ouvrir progressivement (fleur, bourgeon, talent, idée) 
éclore definition and meaning
Παραδείγματα
La rose éclot au printemps. 

Το τριαντάφυλλο ανθίζει την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store