éclaircir
Pronunciation
/eklɛʀsiʀ/

Ορισμός και σημασία του "éclaircir"στα γαλλικά

éclaircir
01

διευκρινίζω, εξηγώ

rendre plus clair, plus compréhensible ou moins sombre
éclaircir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclaircis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclaircissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclaircirai
ενεστώτα μετοχή
éclaircissant
παθητική μετοχή
éclairci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclaircissions
Παραδείγματα
Il a essayé d' éclaircir la situation.
Προσπάθησε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.
02

ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω

devenir plus clair, en parlant du ciel ou de la météo
éclaircir definition and meaning
Παραδείγματα
Dès que le ciel s' éclaircit, on sortira.
Μόλις αποκαθαριστεί ο ουρανός, θα βγούμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store