Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éclaircir
01
διευκρινίζω, εξηγώ
rendre plus clair, plus compréhensible ou moins sombre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éclaircis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éclaircissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éclaircirai
ενεστώτα μετοχή
éclaircissant
παθητική μετοχή
éclairci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éclaircissions
Παραδείγματα
Peux - tu éclaircir ce point , s'il te plaît ?
Μπορείς να διευκρινίσεις αυτό το σημείο, παρακαλώ;
02
ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω
devenir plus clair, en parlant du ciel ou de la météo
Παραδείγματα
Le ciel commence à s'éclaircir après la pluie.
Ο ουρανός αρχίζει να ξεκαθαρίζει μετά τη βροχή.



























