Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le voyou
01
αλήτης, νεαρός παραβάτης
jeune homme qui vit dans la rue et commet des actes de délinquance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
voyous
Παραδείγματα
La police a arrêté un voyou dans le quartier.
Η αστυνομία συνέλαβε έναν αλήτη στη γειτονιά.
02
ατακτος, καταστροφέας
enfant espiègle qui aime faire des bêtises sans méchanceté
Παραδείγματα
Quel petit voyou, il a encore volé des biscuits.
Τι μικρός αχρείος, έκλεψε ξανά μπισκότα.
03
παιδί του δρόμου, αλητάκι
enfant qui traîne dans la rue et paraît un peu vagabond
Παραδείγματα
Ce petit voyou passe ses journées dehors sans surveillance.
Αυτός ο αλητάκος περνάει τις μέρες του έξω χωρίς επίβλεψη.
voyou
01
αλητάκικος, βίαιος
qui a un comportement brutal, agressif ou propre aux voyous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus voyou
συγκριτικός βαθμός
plus voyou
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
voyou
αρσενικό πληθυντικό
voyous
θηλυκό ενικό
voyou
θηλυκό πληθυντικό
voyous
Παραδείγματα
Il a un style voyou qui fait peur aux autres.
Έχει ένα αλήτικο στυλ που τρομάζει τους άλλους.



























