réfléchi
Pronunciation
/ʀefleʃi/

Ορισμός και σημασία του "réfléchi"στα γαλλικά

réfléchi
01

σκεπτικός, συλλογισμένος

qui pense avant d'agir ou de parler
réfléchi definition and meaning
example
Παραδείγματα
Les conseils d' un ami réfléchi sont précieux.
Οι συμβουλές ενός συνετού φίλου είναι πολύτιμες.
02

σκόπιμος, σκεπτόμενος

qui est mûrement réfléchi ou raisonné
réfléchi definition and meaning
example
Παραδείγματα
Le discours réfléchi a impressionné le jury.
Ο σεμνός λόγος εντυπωσίασε την κριτική επιτροπή.
03

αυτοπαθής, αντανακλαστικός

qui indique que l'action se retourne sur le sujet en grammaire
example
Παραδείγματα
Ils utilisent les pronoms réfléchis correctement.
Χρησιμοποιούν σωστά τις αυτοπαθείς αντωνυμίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store