Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réfléchi
01
σκεπτικός, συλλογισμένος
qui pense avant d'agir ou de parler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réfléchi
συγκριτικός βαθμός
plus réfléchi
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réfléchi
αρσενικό πληθυντικό
réfléchis
θηλυκό ενικό
réfléchie
θηλυκό πληθυντικό
réfléchies
Παραδείγματα
Il prend des décisions réfléchies au travail.
Παίρνει σκεπτικές αποφάσεις στη δουλειά.
02
σκόπιμος, σκεπτόμενος
qui est mûrement réfléchi ou raisonné
Παραδείγματα
Il a fait un choix réfléchi après avoir analysé les options.
Έκανε μια σκεπτόμενη επιλογή αφού ανέλυσε τις επιλογές.
03
αυτοπαθής, αντανακλαστικός
qui indique que l'action se retourne sur le sujet en grammaire
Παραδείγματα
Le verbe se laver est un verbe réfléchi.
Το ρήμα se laver είναι αυτοπαθές ρήμα.



























