Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le porteur
01
κάτοχος, ιδιοκτήτης
personne qui détient un titre financier comme une action, une obligation ou un chèque, généralement en tant que simple possesseur matériel du document
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porteurs
Παραδείγματα
Le porteur des actions a droit au versement des dividendes.
Ο κάτοχος των μετοχών δικαιούται την καταβολή μερισμάτων.
porteur
01
φορέας, μεταδότης
qui est porteur d'un microbe, d'un virus ou d'une maladie et peut la transmettre, même sans symptômes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
porteur
αρσενικό πληθυντικό
porteurs
θηλυκό ενικό
porteuse
θηλυκό πληθυντικό
porteuses
Παραδείγματα
Ce patient est porteur d'un virus très contagieux.
Αυτός ο ασθενής είναι φορέας ενός πολύ μεταδοτικού ιού.



























