le porte-parole
porte
pɔʁtpaʁɔl
pawrtparawl
parole

Ορισμός και σημασία του "porte-parole"στα γαλλικά

Le porte-parole
01

εκπρόσωπος τύπου, αντιπρόσωπος

personne qui parle au nom d'un groupe, d'une organisation ou d'un gouvernement 
le porte-parole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porte-paroles
Παραδείγματα
Le porte-parole a répondu aux questions des journalistes. 

Ο εκπρόσωπος απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store