paralyser
paralyser
paʁalize
paralize
balbutierdésespéréobscuritérégresser

Ορισμός και σημασία του "paralyser"στα γαλλικά

paralyser
01

παραλύω, ακινητοποιώ

rendre quelqu'un ou une partie du corps incapable de bouger 
paralyser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
paralyse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paralysons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paralyserai
ενεστώτα μετοχή
paralysant
παθητική μετοχή
paralysé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paralysions
Παραδείγματα
La maladie a paralysé ses jambes. 

Η ασθένεια παρέλυσε τα πόδια του.

02

παραλύω, απενεργοποιώ

empêcher le fonctionnement normal de quelque chose 
Παραδείγματα
La grève a paralysé les transports en commun. 

Η απεργία παράλυσε τη δημόσια συγκοινωνία.

03

παραλύω, ακινητοποιώ

empêcher quelqu'un de bouger ou de réagir par la peur, la surprise ou l'émotion 
Παραδείγματα
La peur a paralysé l'enfant qui n'osait plus avancer. 

Ο φόβος παράλυσε το παιδί που δεν τολμούσε πια να προχωρήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store