paralyser
Pronunciation
/paʁalizˈe/

Ορισμός και σημασία του "paralyser"στα γαλλικά

paralyser
01

παραλύω, ακινητοποιώ

rendre quelqu'un ou une partie du corps incapable de bouger
paralyser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
paralyse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paralysons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paralyserai
ενεστώτα μετοχή
paralysant
παθητική μετοχή
paralysé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paralysions
Παραδείγματα
Il a été paralysé à vie à cause d' une blessure grave.
Έμεινε παραλυτικός για όλη τη ζωή λόγω σοβαρού τραυματισμού.
02

παραλύω, απενεργοποιώ

empêcher le fonctionnement normal de quelque chose
Παραδείγματα
La tempête a paralysé les communications téléphoniques.
Η καταιγίδα παρέλυσε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες.
03

παραλύω, ακινητοποιώ

empêcher quelqu'un de bouger ou de réagir par la peur, la surprise ou l'émotion
Παραδείγματα
Elle est restée paralysée devant le public, incapable de parler.
Έμεινε παραλυμένη μπροστά στο κοινό, ανίκανη να μιλήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store